Ειδήσεις

Παιδική παχυσαρκία | Πως μπορεί να βοηθήσει η μοριακή βιολογία τους γονείς και τους διαιτολόγους Παιδί

Η παχυσαρκία αφορά περίπου ένα στα τρία παιδιά στην Ελλάδα.

 

Τα περισσότερα υπέρβαρα ή παχύσαρκα παιδιά έχουν μειωμένη κοινωνική αποδοχή (είναι για παράδειγμα θύματα bulling στο σχολείο), αυτοεκτίμηση και ποιότητα ζωής γενικότερα. Επίσης, είναι πλέον επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι τα παχύσαρκα παιδιά έχουν αυξημένες πιθανότητες να αναπτύξουν σακχαρώδη διαβήτη, καρδιαγγειακά νοσήματα, όπως έμφραγμα ή εγκεφαλικό, αρθροπάθειες και άλλα προβλήματα μελλοντικά. Δυστυχώς, πιθανά λόγω της υιοθέτησης του “δυτικού” τρόπου ζωής σε συνδυασμό με την πρόσφατη οικονομική κρίση, η Ελλάδα έχει πλέον τη θλιβερή παγκόσμια πρωτιά στην παιδική παχυσαρκία, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΠΟΥ (παγκόσμιου οργανισμού υγείας WHO)

Είναι προφανές ότι το περιβάλλον (οικογενειακό και κοινωνικο-οικονομικό) έχει ίσως τη μεγαλύτερη ευθύνη στο σοβαρότατο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει η Ελλάδα σήμερα και το οποίο ονομάζεται παιδική παχυσαρκία. Σε ένα τέτοιο νοσογόνο περιβάλλον τι μπορεί να προσφέρει η  μοριακή βιολογία και ειδικότερα η γενετική επιστήμη; Πως μπορεί να βοηθήσει τα ήδη παχύσαρκα παιδιά ή να αποτρέψει την εξέλιξη ενός  βρέφους σε παχύσαρκο παιδί;

Η σχετική επίδραση του περιβάλλοντος και των γονιδίων μελετήθηκε σε χιλιάδες παιδιά και κυρίως σε διζυγωτικούς διδύμους, δηλαδή σε δίδυμα παιδιά που δεν είναι πανομοιότυπα αλλά διαφέρουν μεταξύ τους τουλάχιστον στα μισά τους γονίδια. Οι μελέτες αυτές βοήθησαν στην ανακάλυψη δεκάδων γονιδίων που σχετίζονται με παιδική παχυσαρκία σε κατά τ' άλλα υγιή παιδιά. Το συγκεκριμένα γονίδια έχουν να κάνουν κυρίως με την όρεξη και ειδικότερα με δύο μηχανισμούς. Ο πρώτος αφορά το αίσθημα του κορεσμού δηλαδή με το πόσο εύκολα χορταίνουν. Ο δεύτερος έχει να κάνει με μία “υπερβολική αντίδραση” στα διατροφικά ερεθίσματα, δηλαδή στο πόσο επηρεάζονται (“κολλάνε”) από οσμές ή εικόνες συγκεκριμένων φαγητών.

Επιπλέον, έχουν βρεθεί πολλές μικρές τροποποιήσεις γονιδίων αλλά και ποικιλότητα στον αριθμό των αντίγραφων κάποιων γονιδίων που επηρεάζουν το μεταβολισμό των διαφόρων συστατικών των τροφών, όπως για παράδειγμα την πέψη των υδατανθράκων και την αποθήκευση του λίπους. Επίσης, σχετίζονται με δυσανεξία στο γάλα ή στη γλουτένη, την επιλογή κατάλληλης αθλητικής δραστηριότητας για βέλτιστες επιδόσεις και λιγότερους τραυματισμούς ακόμα και με τη ψυχολογική κατάσταση του παιδιού.

Τα παραπάνω, περά από προγνωστική σημασία, έχουν και μεγάλη πρακτική αξία. Γνωρίζοντας το γενετικό προφίλ του παιδιού τους, οι γονείς είναι πιο εύκολο να αποδεκτούν ότι το παιδί τους ή ένα από τα παιδιά τους χρειάζεται πρόσθετη στήριξη και παρακολούθηση από μικρή ηλικία, πράγμα που αυξάνει την επιτυχία της προσέγγισης, όπως έχει αποδειχθεί από πρόσφατες επιστημονικές μελέτες.

Παράλληλα, έχοντας τα γενετικά αποτελέσματα, ο διαιτολόγος μπορεί να κατευθύνει τους γονείς καλύτερα σε θέματα διατροφικής και συμπεριφορικής θεραπείας. Οι πρακτικές οδηγίες σε θέματα διατροφής αφορούν κυρίως τη λήψη φαγητού με πιο αργό τρόπο, την αποφυγή της θέασης ορισμένων τροφών, την επιλογή ή αποφυγή ορισμένων τροφών ανάλογα με την περιεκτικότητά τους σε διάφορα μακροθρεπτικά (πρωτεΐνη, λίπος, υδατάνθρακες) ή μικροθρεπτικά συστατικά (για παράδειγμα βιταμίνες ή σίδηρο) ή ορισμένων αθλητικών προγραμμάτων και άλλα. Βασίζονται σε γενετικά σκορ που προκύπτουν από την ανάλυση δεκάδων γονιδίων και τη χρήση ειδικών αλγορίθμων.

Η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει πλέον με ανώδυνο και εύκολο τρόπο, όπως φαίνεται στην εικόνα, τις παραπάνω αναλύσεις και η πρόκληση βρίσκεται στο πως θα αξιοποιηθεί καλύτερα η γενετική πληροφορία. Η Εμβιοδιαγνωστική, γι' αυτό το λόγο, έχει προσλάβει ειδικό σε θέματα οπτικοποίησης της επιστημονικής πληροφορίας, ώστε τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις αναλύσεις να μπορούν να γίνονται γρήγορα κατανοητά τόσο από το διαιτολόγο όσο και από τον ασθενή. Η μοριακή βιολογία με τη βοήθεια της πληροφορικής έχει ξεπεράσει σήμερα το στάδιο της πρόγνωσης και προσφέρει περισσότερο στοχευμένες και εξατομικευμένες απαντήσεις που εγγυώνται μεγαλύτερη επιτυχία στην αντιμετώπιση αλλά και την πρόληψη της  παιδικής παχυσαρκίας.

 

Καλλιόπη Γκούσκου MSc, PhD

Συνεργαζόμενη Ερευνήτρια Ιατρικής

                                                                                            Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης

                                                                                                            Υπεύθυνη Εμβιοδιαγνωστικής

Δείτε επίσης

Βιταμίνη D για γερά παιδιά

Βιταμίνη D για γερά παιδιά

Το 9% των παιδιών έχουν έλλειψη βιταμίνης D, και 61 % των παιδιών δεν παίρνουν αρκετή βιταμίνη D για την υποστήριξη της υγείας σε τακτική βάση, σύμφωνα με μια μελέτη του 2009 που δημοσιεύθηκε στην «Pediatrics». !

Φροντίδα

Παιδί

Ο φορέας

Η εταιρεία